ἴῃσι

ἴῃσι, [dialect] Ep. [ per.] 3sg. [tense] pres. subj. of εἶμι (
A ibo). [full] ἰήσιμος, [full] ἴησις, [dialect] Ion. for ἰας-.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἴησι — εἶμι ibo pres subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἴῃσι — Ἴης masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἵησι — ἵημι Ja c io pres ind act 3rd sg ἵημι Ja c io pres subj act 3rd sg (epic) ἵημι Ja c io pres subj mp 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἵησ' — ἵησι , ἵημι Ja c io pres ind act 3rd sg ἵησι , ἵημι Ja c io pres subj act 3rd sg (epic) ἵησι , ἵημι Ja c io pres subj mp 2nd sg (epic) ἵ̱ησε , ἵημι Ja c io aor ind act 3rd sg ἵησε , ἵημι Ja c io aor ind act 3rd sg (homeric ionic) ἵ̱ησα , ἱέω Ja c …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱῆισι — ἱῇσι , ἱέω Ja c io pres subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Nestor's Cup — The Nestor s cup from Mycenae The term Cup of Nestor or Nestor s Cup can refer to: A golden mixing cup, described in Homer s Iliad, belonging to Nestor, the king of Pylos. A golden goblet, found at Mycenae, which the excavator …   Wikipedia

  • Coupe de Nestor (Pithécusses) — Pour les articles homonymes, voir Coupe de Nestor. La Coupe de Nestor de Pithécusses Le vase appelé Coupe de Nestor est une cotyle trouvé en 1954 lors de fouilles sur …   Wikipédia en Français

  • DIONYSIUS Periegetes — temporibus Augusti, scripsit Geographiam versibus hexametris Graecis, quae hodie exstat: quod opus ἷςτορικὸν καλοῦσιν οἱ παλαιοὶ: ut ait Eust. Schol. Idem vixisse eum ait οὐχ ὑπὸ τῶ ὑπάτων, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῶ ἀνάκτων, non sub Consulibus sed sub… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άδω — (Α ᾄδω, ιωνικός και ποιητικός τύπος ἀείδω) τραγουδώ, ψάλλω, υμνώ μσν. 1. λέω 2. (για τον άνεμο) ηχώ, σφυρίζω αρχ. 1. (για ζώα) βγάζω τον χαρακτηριστικό ήχο ή κραυγή 2. (για ήχους) ηχώ, κτυπώ 3. συναγωνίζομαι με κάποιον στο τραγούδι 4. τραγουδώ σε …   Dictionary of Greek

  • σεπτός — ή, ό / σεπτός, ή, όν, ΝΜΑ σεβαστός, σεβάσμιος, αξιοσέβαστος (α. «το σεπτό λείψανο τού αγίου» β. «ἵησι σεπτὸς Νεῑλος ῥέος», Αισχύλ.) αρχ. (κατά τον Ησύχ.) «σεπτά θαυμαστά σεβάσμια». επίρρ... σεπτώς / σεπτῶς ΝΜΑ, και σεπτά Ν κατά τρόπο σεπτό, με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.